Ο Σφυγμός της Ημέρας
Φοίβος Καρζής


707 αναγνώστες
Δευτέρα, 18 Μαΐου 2009
10:06

Δευτέρα 18 Μαΐου – και για τους αριθμολάγνους είναι ο «μυστικός αριθμός», αυτός που κρύβει πολλές αναγνώσεις και μετρά την τύχη των ανθρώπων. Είναι ο περιβόητος αριθμός 7.
 
Η ημέρα επιβεβαιώνει το μύθο του. Ο 7 μπορεί να είναι ο αριθμός της καταστροφής. Για ρωτήστε και το Σάκη και θα σας ενημερώσει σχετικά. Πού να δεις άμα το 7 έχει και 3 μπροστά του. Γίνεται 37. Όπως θα έλεγε και ο Γεράσιμος Αρσένης, «Σάκη χάσαμε». Ακόμα χειρότερα. «Σάκη γεράσαμε»…
 
Για άλλους, πάλι, το 7 φέρνει την ευτυχία. Για ρωτήστε, για παράδειγμα, τον κ. Γιώργο Παπανικολάου και την κα Άννυ Ποδηματά και θα σας το επιβεβαιώσουν. Εφτά μόνον είναι οι απολύτως σίγουρες εκλόγιμες θέσεις και την έβδομη έχουν οι δυο τους σε Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ αντιστοίχως. Από εκεί και κάτω αρχίζουν οι αγωνίες.
 
Υπάρχει, όμως, ένα ακόμη 7 στο φόντο της μέρας. Είναι το 7 που πλησιάζουν οι Οικολόγοι στις μετρήσεις. Το νούμερο φέρνει ρίγη. Όχι τόσο επειδή θα χαλάσει το εκλογικό βράδυ στους αναλυτές και στα κομματοστελέχη που θα βγουν στις τηλεοράσεις για να εξηγούν, όπως πάντοτε, γιατί δεν είναι σωστό αυτό που καταλαβαίνουμε, στο βαθμό που δεν τους βολεύει. Τα ρίγη είναι από το μέλλον. Ο τρόμος αφορά το ενδεχόμενο να επαναληφθεί κάτι τέτοιο στις εθνικές κάλπες, εκεί όπου δεν υπάρχει ούτε χαλαρή ψήφος, ούτε τριήμερο, ούτε κάτι σαν δημοψήφισμα, αλλά σκληρή πραγματική επιλογή, που παράγει κοινοβουλευτικό αποτέλεσμα.
 
Εάν κάτι τέτοιο συμβεί, τότε το γνωστό θρίλερ “Seven” θα μοιάζει ανέκδοτο μπροστά του.

Το σχόλιό σας
Για να σχολιάσετε το άρθρο πρέπει να κάνετε Login στο Capital.gr
Αξιολογήστε το άρθρο
11 ψήφοι

 Εκτύπωση
392 αναγνώστες
Παρασκευή, 15 Μαΐου 2009
12:07

Παρασκευή 15 Μαΐου – και ζούμε ήδη την επόμενη μέρα της κάλπης. Μέχρι τις 7 Ιουνίου, που θα γίνουν οι ευρωεκλογές, η λέξη της επικαιρότητας θα είναι «ψήφος» - άντε το πολύ-πολύ «αποχή». Από τις 8 Ιουνίου, όμως, από νωρίς-νωρίς το πρωί, η λέξη της μέρας, της κάθε μέρας, για πολλές-πολλές μέρες, θα είναι «φόροι».
 
Είμαστε κιόλας εκεί. Σήμερα τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων βρίθουν από εξαιρετικές ιδέες για τη μείωση της φοροδιαφυγής. Η πρώτη ιδέα είναι να εκπίπτουν οι αποδείξεις που ο τελευταίος αριθμός τους θα είναι ο ίδιος με εκείνον του Λαϊκού Λαχείου. Πρόκειται για καταπληκτική ιδέα, που θα μετατρέψει την κάθε ταμειακή μηχανή σε ένα είδος φρουτάκια και τη χώρα σε ένα τεράστιο Μον Παρνές. Είναι, δηλαδή, η βαλκανική εκδοχή του καπιταλισμού-καζίνο, πασπαλισμένη με επαρκή δόση εγχώριας «παντέντας». Η αίσθηση της γελοιότητας, βέβαια, δεν είναι το φόρτε αυτού του κράτους…
 
Μια άλλη ιδέα μαρσάρει πιο καλά. Να σταματάνε στο δρόμο ειδικά συνεργεία τα πολυτελή Ι.Χ., τις λιμουζίνες, τις Μαζεράτι και τις Καγιέν, που έχει πήξει ο τόπος, και να τους κάνουν όχι τροχονομικούς, αλλά φορολογικούς ελέγχους. Το έχεις δηλώσει; Αυτό το ξέρουμε από το «Τάξις». Τι άλλο έχεις δηλώσει, όμως, και μου θέλεις 8κύλινδρο στη Βασιλίσσης Σοφίας; Δεν είναι αναγκαστικά κακό. Η κατανάλωση, και μάλιστα η γκλίτερ και κιτς εκδοχή της, η αντιαισθητική σπατάλη προς κοινωνική προβολή, είναι πράγματι ασφαλής οδηγός προς τους φοροφυγάδες. Γιατί να ελέγχονται τυχαία και να μην διαλέγεις όσους οδηγούν τα περίφημα «τζιπ Κολωνακίου»;
 
Καταρχήν σωστά. Πού μπορεί κανείς να βρει δεκάδες τέτοια σύμβολα κοινωνικής καταξίωσης και μαύρου χρήματος παρκαρισμένα, χωρίς να χρειάζεται να στήνεται στις γωνίες και να βάζει ενέδρες και μπλόκα στις διασταυρώσεις; Μα είναι πάρα πολύ απλό. Το χειμώνα στην Πειραιώς και την Ιερά Οδό, το καλοκαίρι στην Παραλιακή. Αρκεί να είναι νύχτα, κατά προτίμηση Παρασκευής ή Σαββάτου. Οι αρμάδες των θηριωδών και των πανάκριβων είναι όλες παρατεταγμένες έξω από τα κέντρα νυχτερινής εκτόνωσης των ιδιοκτητών τους. Εκεί η Εφορία, αν θέλει, μπορεί να τα βρει όλα παρκαρισμένα.
 
Αλλά εδώ είναι το θέμα. Παρκαρισμένα; Όχι. ΠΑΡΑΝΟΜΑ παρκαρισμένα. Στην κοινή των απάντων θέα, με την κοινή των απάντων προστασία. Με τους παρκαδόρους να τα οδηγούν και τους μπράβους να τα προστατεύουν. Και τους λαδωμένους κρατικούς λειτουργούς να προστατεύουν τους μπράβους. Φοβάμαι ότι θα δυσκολευτεί το κράτος αυτό, που δεν μπορεί να κόψει μια κλήση στα 4Χ4 των νυχτοπερπατημένων, να μας πείσει πως θα τους κάνει φορολογικούς ελέγχους και θα τους υποχρεώσει να περάσουν από το ταμείο του.
 
Και, βέβαια, η λύση (αν πραγματικά θέλει κανείς λύση) είναι πράγματι στην τεχνολογία, στο «Τάξις» και στις διασταυρώσεις. Υπάρχει η γνωστή πια πρόταση του Αλέκου Παπαδόπουλου: όλες οι πληρωμές πάνω από ένα ποσό να γίνονται υποχρεωτικά μέσω τραπεζικών λογαριασμών με παραστατικά. Για να γίνει κάτι τέτοιο, το κράτος δεν αρκεί να είναι πιεστικό – που κι αυτό δεν είναι απορριπτέο, εάν χρειαστεί. Πρέπει να είναι πειστικό προς τον πολίτη για το δίκαιο μιας ρύθμισης και την ισότητα της εφαρμογής. Ποιο κράτος θα είναι πειστικό; Το κράτος των λαδωμένων κομμάτων, των μαύρων ταμείων και της Ζήμενς;

Αξιολογήστε το άρθρο 
7 ψήφοι
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
360 αναγνώστες
5 σχόλια
 Όλα τα σχόλια για το άρθρο
Πέμπτη, 14 Μαΐου 2009
12:09

Πέμπτη 14 Μαΐου – και οι αριθμοί δεν λένε πάντα την αλήθεια. Ιδιαίτερα στις δημοσκοπήσεις, οι αριθμοί δεν λένε πάντα την αλήθεια. Κάτι λένε όμως…
 
Μεταμεσονύκτια παρουσιάστηκε χτες μια μέτρηση που δεν αμφιβάλλω ότι θα προκαλέσει πολλές συζητήσεις και θα σφραγίσει αυτή τουλάχιστον τη φάση της προεκλογικής εκστρατείας ενόψει της κάλπης της 7ης Ιουνίου. Η έρευνα εμφανίζει το τέλος ενός φαινομένου και την αρχή ενός άλλου. Ο Συνασπισμός είναι (στη σφυγμομέτρηση, ξαναλέω – στην κάλπη βλέπουμε…) τέταρτο κόμμα. Από εκείνα τα μετεωρικά 15% και 17% έχει εντελώς ξεφουσκώσει, και επιστρέφει στα «γράδα» του. Βρέθηκε στην κορυφή του κύματος τη λάθος ώρα, όταν δεν υπήρχε στον ορίζοντα κάλπη για να εξαργυρώσει την άνοδο, να κεφαλαιοποιήσει εκλογικά τα κέρδη και να έβλεπε, όταν θα τα είχε «γράψει», πώς θα τα διαχειριζόταν. Η διαχείριση ενός εικονικού ποσοστού είναι ασφαλώς δυσκολότερη παρά μιας πραγματικής εκλογικής καταγραφής. Και ο Συνασπισμός δεν κατάφερε να μείνει εκεί ψηλά που τον είχε στείλει η συγκυρία πριν από ενάμιση χρόνο.
 
Αντιθέτως, οι Οικολόγοι είναι αυτοί που τώρα εκτοξεύονται. Γιατί; Δεν είναι δύσκολο να το διαγνώσει κανείς. Προφανώς και είναι ευάλωτοι στο επιχείρημα ότι οι πολίτες δεν γνωρίζουν ακριβώς τις θέσεις τους και θα είναι πιο πιεστικά τα πράγματα όταν θα χρειαστεί να καθήσουν και να απαντήσουν σε ερωτήματα με ένα «ναι» ή ένα «όχι». Δεν λέω πως δεν έχουν θέσεις – βεβαίως και έχουν. Αλλά η γνωστοποίηση των θέσεων κάποιους ευχαριστεί και κάποιους δυσαρεστεί, έχει δηλαδή κόστος. Αυτό είναι και το όλο θέμα με τους Οικολόγους. Ότι οι πολίτες τους προτιμούν για την γενική τοποθέτηση που εκφράζουν, την ανησυχία για ένα θέμα που αφορά και ευαισθητοποιεί όλους, το περιβάλλον, χωρίς ταυτόχρονα να εμπλέκονται στην συζήτηση όλων των άλλων πολιτικών ζητημάτων, στα οποία η εμπλοκή των κοινοβουλευτικών κομμάτων δεν αποτιμάται θετικά από την κοινή γνώμη.
 
Η πτώση του Συνασπισμού και η άνοδος των Οικολόγων από μια οπτική δεν είναι κάτι διαφορετικό, αλλά η άλλη όψη του νομίσματος. Οι άγνωστοι Οικολόγοι, και όχι ο τότε άγνωστος και θελκτικός Αλέξης, είναι ο βασικός υποδοχέας της δυσαρέσκειας. Αυτή είναι η πρώτη ανάγνωση. Δεν είναι όμως η σωστή ερμηνεία.
 
Η άνοδος των Οικολόγων είναι άλλης τάξης θέμα από τη διόγκωση του ποσοστού του Συνασπισμού στο παρελθόν. Έχει άλλωστε μεσολαβήσει μια φάση στην οποία η υποχώρηση του ΣΥΝ επιβεβαίωνε τη λογική της ανόδου: τη λογική των συγκοινωνούντων δοχείων με το ΠΑΣΟΚ. Τώρα, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Οι δυσαρεστημένοι εκλογείς δεν αναζητούν ένα άλλο κόμμα. Αναζητούν μια ψήφο διαμαρτυρίας προς όλο το πολιτικό φάσμα και είναι ενδεικτικό ότι και από τους μικρότερους σχηματισμούς προτιμούν εκείνον που ούτε ως φορέας, ούτε τα στελέχη του έχει εμπλοκή με το πρόσφατο πολιτικό παρελθόν. Η απογοήτευση από το πολιτικό σύστημα αναζητεί εκτόνωση μάλλον παρά λύση, ευρωεκλογές είναι άλλωστε και όχι εθνικές εκλογές. Και την εκτόνωση την αναζητεί έξω από ό,τι έχει ακουμπήσει στο σύστημα και την κοινοβουλευτική του εκπροσώπηση. Μια νέα τάση, δηλαδή, αντικαθιστά με το σύνολο των κοινοβουλευτικών κομμάτων ό,τι έως τώρα έβλεπε στο δικομματισμό. Είναι μια πιο βαθιά δυσαρέσκεια, μια πιο βαθιά κρίση εμπιστοσύνης.

Αξιολογήστε το άρθρο 
5 ψήφοι
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
360 αναγνώστες
1 σχόλιο
 Όλα τα σχόλια για το άρθρο
Τετάρτη, 13 Μαΐου 2009
10:05

Τετάρτη 13 Μαΐου – και χθες το απόγευμα έγινε στο Μέγαρο Μουσικής ένα μεγάλο διεθνές συμπόσιο για τη σοσιαλδημοκρατία. Το ευρωπαϊκό μοντέλο, η κεντρική πολιτική έκφραση της κεντροαριστεράς, βρίσκεται σε κρίση. Ποτέ άλλοτε στη γηραιά ήπειρο δεν ήταν τόσο ετεροβαρείς οι συσχετισμοί. Ακόμη και την εποχή του θριάμβου του νεοφιλελευθερισμού, με το Ρήγκαν στην Αμερική και τη Θάτσερ στη Βρετανία, αλλά και τη μακρά κυριαρχία του Κολ στη Γερμανία, υπήρχε απέναντί τους το μέτωπο των νότιων σοσιαλιστών: η Γαλλία του Μιτεράν, η Ισπανία του Γκονζάλες, πιο αριστερόστροφη, πιο ατίθαση και πιο ανεξάρτητη γεωπολιτικά η Ελλάδα του Αντρέα.
 
Σήμερα, που η λογική της αγοράς ζει τη μεγαλύτερη κρίση της μετά τον πόλεμο, μια κρίση στην καρδιά της, γιατί ακριβώς είναι κρίση λειτουργίας και αποτελεσματικότητας του συστήματος, τώρα που η ιδεολογική της πρωτοκαθεδρία αμφισβητείται, μολονότι δεν υπάρχουν ξεκάθαρες εναλλακτικές προτάσεις, η πολιτική της κυριαρχία στην Ευρώπη είναι χωρίς προηγούμενο και χωρίς να κινδυνεύει. Αυτή η αναντιστοιχία δεν είναι μόνον ένα πολιτικό παράδοξο. Είναι και μια απειλή για την Ευρώπη που βρίσκεται με ηγεσίες-οπισθοφυλακές του παρελθόντος στην κρίσιμη αυτή συγκυρία και δεν δείχνει ικανή να κάνει αυτό που συνέβαινε σχεδόν πάντοτε στο παρελθόν: να γίνει η μήτρα και το δοκιμαστήριο των πολιτικών ιδεών του μέλλοντος, σε παγκόσμια κλίμακα.
 
Το Συνέδριο στο Μέγαρο Μουσικής εστιάστηκε στη διατύπωση των ζητημάτων, που δεν είναι αχαρτογράφητη περιοχή. Ταυτόχρονα, όμως, οι παρουσίες ανέδειξαν ένα κεντρικό πρόβλημα της σημερινής ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς. Το πρόβλημα της ηγεσίας. Η απουσία ενός ή περισσότερων ηγετών με κάποιο νήμα να τους ενώνει, έστω χαλαρά, με κάποιους κοινούς άξονες προβληματισμού, που να δημιουργούν την προσδοκία μιας διαφορετικής συνεκτικής πρότασης. Ποτέ δεν ήταν ενιαίο το «μέτωπο», ας το πούμε έτσι, Μιτεράν-Παπανδρέου-Γκονζάλες. Ακόμη ασθενέστεροι ήταν οι δεσμοί ανάμεσα στο Μπλαιρ, το Ζοσπέν, το Σρέντερ, το ντ’Αλέμα και το Σημίτη στη δεκαετία του 90. Υπήρχε όμως ένα γενικό πλαίσιο και μια κρίσιμη μάζα.
 
Σήμερα λείπουν και τα δύο. Και λείπει, κυρίως, ένα πρόσωπο που, είτε σε ιδεολογικό επίπεδο, όπως συνέβη με τον Άντονι Γκίντενς και τον Τρίτο Δρόμο, είτε σε πολιτικό επίπεδο, όπως πολύ πρόσφατα στην Αμερική με τον Ομπάμα, θα λειτουργήσει ως καταλύτης μιας γενικής προσπάθειας ανακαίνισης της σοσιαλδημοκρατικής πρότασης. Σε μια ιστορική αντίφαση, η σοσιαλδημοκρατία σήμερα μοιάζει πιο επίκαιρη θεωρητικά και πιο γερασμένη στην πολιτική της εκπροσώπηση. Κόμματα και πρόσωπα που δυσκολεύονται να αποτινάξουν το ίζημα της εξουσίας, κατακερματισμένα και συχνότατα κλεισμένα σε μια παρατεταμένη διαμάχη ανάμεσα σε φθαρμένα πρόσωπα: στην Ιταλία η Αριστερά δεν μπορεί να αντισταθεί στη γελοιοποίηση της πολιτικής από ένα μπουφόνο με χρήμα και κανάλια, στη Γαλλία οι «ελέφαντες» του κόμματος προτιμούν την αλληλοεξόντωση από το να δουν έναν άλλον να επικρατεί, στη Γερμανία η Μέρκελ βγαίνει κερδισμένη από τη συγκυβέρνηση και στη Βρετανία ο Μπράουν, πρωταγωνιστής στην αντιμετώπιση της τραπεζικής κρίσης χρεώνεται τη δημιουργία της, και με τη συμβολή των σκανδάλων, εάν σήμερα η Ντέηλυ Τέλεγκραφ δεν αποκάλυπτε ότι ένας Φιλελεύθερος Δημοκράτης στη Βουλή χρέωνε στο κράτος το διαμέρισμα της κόρης του, οι Εργατικοί θα ήταν τρίτο κόμμα στην επόμενη σφυγμομέτρηση.
 
Η Ευρώπη αναζητεί το δικό της Ομπάμα.

Αξιολογήστε το άρθρο 
4 ψήφοι
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
317 αναγνώστες
Τρίτη, 12 Μαΐου 2009
10:21

 

 

Τρίτη 12 Μαΐου – και «η μεταπολίτευση έχει στομώσει». Εκδηλώνονται «συνεχή σκάνδαλα», υπάρχει «ατέρμονη εκλογολογία», τα κόμματα επιδίδονται σε «υποσχεσιολογία» μολονότι πλήθος από τις υποσχέσεις που έδωσαν αποδείχθηκαν για τους πολίτες «ακάλυπτες επιταγές».

 

 

 

Η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών που γνωρίζω είναι έτοιμη να τα προσυπογράψει μέχρι κεραίας. Και όχι μόνον αυτοί. Εννιά στους δέκα πολιτικούς, εννιά στους δέκα βουλευτές, δέκα στους δέκα αναλυτές ή παρατηρητές της πολιτικής μας ζωής λένε κατ’ιδίαν ακριβώς τα ίδια, μερικές φορές και πολύ χειρότερα. Τα είπε ο Δασκαλόπουλος και έγινε ένας μικρός σεισμός. Το γιατί έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον.

 

 

 

Πρώτον, γιατί ο Δασκαλόπουλος είναι πρόεδρος του ΣΕΒ. Ο φορέας και ο συγκεκριμένος πρόεδρός του έχουν περάσει από καιρό σε μια φάση διατύπωσης απόψεων για τη χώρα – και όχι μόνο για την οικονομία. Αυτή η, ας την πούμε έτσι, «πολιτική στροφή» δεν είναι κάτι καινούργιο, έχουν υπάρξει κι άλλες φορές διατυπώσεις που συζητήθηκαν και δηλώσεις που έκαναν θόρυβο. Δεν αρκεί, λοιπόν, η ερμηνεία ότι η αίσθηση οφείλεται στο γεγονός ότι ο ΣΕΒ μπαίνει σε ξένα και αλλότρια χωράφια.

 

 

 

Δεύτερον, η παρέμβαση Δασκαλόπουλου κάτι λέει για τη στάση των ισχυρών οικονομικών παραγόντων. Δεν είναι βέβαιον αυτή τη στιγμή. Αφήνει, όμως, ένα παράθυρο ανοιχτό. Η ηγεσία της επιχειρηματικότητας βγαίνει στο προσκήνιο (που παραδοσιακά απεχθανόταν) για να δηλώσει στο δημόσιο φως (αναλαμβάνοντας και τον σχετικό κίνδυνο) τις απόψεις της για τη χώρα. Πρόκειται, εάν ολοκληρωθεί, για μείζονα αλλαγή του τρόπου λειτουργίας του «συστήματος» διαχείρισης της χώρας. Το ότι οι ισχυροί του χρήματος θέλουν να επηρεάσουν τα πράγματα δεν είναι καινούργιο. Εκτός εάν φαντάζεται κανείς ότι έως τώρα δεν τα επηρέαζαν. Αλλά ξέραμε πώς. Από το παρασκήνιο, μοιράζοντας μαύρο και ανομολόγητο χρήμα σε εκλεκτούς και παίζοντας παιχνίδι αποκλεισμού των ανεπιθύμητων. Πράγματα, φυσικά, που δεν αποδεικνύονται και ως εκ τούτου ποτέ δεν συνέβησαν. Από την προσπάθεια επιβολής των συμφερόντων διά του παρασκηνίου μέχρι τη διατύπωση ανοιχτής πρότασης για το μέλλον της χώρας, που είναι ορατή, διαφανής και δεκτική σε κριτική, η απόσταση σηματοδοτεί τη μετάβαση σε μια νέα κατάσταση για την Ελλάδα.

 

 

Αλλά ούτε αυτό αρκεί για να εξηγήσει την ένταση του θορύβου και την έκταση των συζητήσεων που προκάλεσε η παρέμβαση Δασκαλόπουλου. Για να ερμηνευτεί χρειάζεται να κοιτάξουμε λιγότερο το περιεχόμενο και περισσότερο τη συγκυρία. Η χώρα είναι φανερό πως βρίσκεται σε σημείο καμπής. Το ερώτημα αφορά την επάρκεια του μεταπολιτευτικού μοντέλου εναλλαγής δύο ισχυρών κομμάτων εξουσίας στη διακυβέρνηση της χώρας. Είμαστε κοντά στο σημείο καμπής και ταυτόχρονα είμαστε κοντά σε ένα πεδίο κρίσης, όπως η κάλπη των ευρωεκλογών. Τα μεγάλα κόμματα, για πρώτη φορά, διεκδικούν την αυτοδυναμία χωρίς να αποκλείουν μια διαφορετική προσέγγιση, εάν έτσι επιλέξουν οι πολίτες. Το φλερτ, όπως αποκλήθηκε, της Ν.Δ. με το λαϊκορθόδοξο συναγερμό είναι πρόσφατο, το ΠΑΣΟΚ περίπου προαναγγέλλει ότι και με πλειοψηφία στη Βουλή θα κάνει ανοίγματα κυβερνητικής σύμπραξης σε συνασπισμένους και οικολόγους. Η ισορροπία είναι πιο ασταθής παρά ποτέ στις τρεισήμισυ δεκαετίες της μεταπολίτευσης. Και αναπτύσσονται νέοι σχηματισμοί, νέες κινήσεις, μικρές, περί το σύστημα και όχι στο κέντρο του, αλλά χωρίς κανείς να ξέρει πότε και ποια από αυτές θα μεγαλώσει, αλλάζοντας, οριστικά τότε, τα δεδομένα.  

 

Αξιολογήστε το άρθρο 
2 ψήφοι
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
«Πρώτη<2345678910>Τελευταία»

Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις