Ο Σφυγμός της Ημέρας
Φοίβος Καρζής


722 αναγνώστες
1 σχόλιο
 Όλα τα σχόλια για το άρθρο
Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2009
10:26

Δευτέρα 8 Ιουνίου – και είναι μια σκληρά αντικυβερνητική ψήφος. Μια ψήφος καταδίκης της κυβέρνησης, μια ψήφος βαθιάς, βαθύτατης δυσπιστίας προς το κυβερνητικό παρόν, των παρελθόν όσων κυβέρνησαν και, εξίσου, ως προς το μέλλον της διακυβέρνησης και τη σχέση της με τους πολίτες.
 
Οι άνθρωποι βλέπουν τη ζωή τους να συνδέεται όλο και λιγότερο με την άσκηση της πολιτικής εξουσίας, αισθάνονται όλο και περισσότερο πως η ψήφος τους αμελητέα μόνον επιρροή έχει στην πράξη. Κάνουν λάθος, αλλά έχουν απόλυτο δίκιο να κάνουν αυτό το λάθος.
 
Η κάλπη έχει νικητές και χαμένους. Η Νέα Δημοκρατία αισθάνεται ανακουφισμένη επειδή κατάφερε να υποστεί συντριβή και όχι ανεπίστρεπτη πανωλεθρία. Τέτοια αποσάθρωση εκλογικής βάσης, και μάλιστα κόμματος εξουσίας, έχει χρόνια να δει η χώρα. Οι γαλάζιοι ψηφοφόροι άλλαξαν χρώματα: πολλοί έγιναν βαθύ μπλε, σχεδόν μαύρο και πήγαν στο διαμέρισμα του ισογείου με τον κ. Καρατζαφέρη, λιγότεροι έγιναν τυρκουάζ και μετακινήθηκαν στην αντιπολίτευση, μαζικά παρέμειναν πιστοί στο γαλάζιο προτιμώντας όμως εκείνο της ακτής από του ψηφοδελτίου. Σήμερα, το καταφύγιο είναι η αποχή που θολώνει την εικόνα. Αλλά είναι εξαιρετικά απογοητευτικό για ένα κόμμα εξουσίας να σώζεται επειδή έστειλε στίφη ψηφοφόρων στις παραλίες να μαυρίζουν εκείνοι, για να μην το μαυρίσουν.
 
Το ΠΑΣΟΚ γράφει μια νίκη, μια νίκη-ανάσα μετά από δέκα χρόνια. Είχε δύο στόχους. Ο πρώτος ήταν η επικράτηση στην κάλπη. Τον πέτυχε χωρίς αμφιβολία και η διαφορά των 4,4 μονάδων είναι μια καθαρή διαφορά, που του επιτρέπει να θέτει (ξέροντας πως ο κ. Καραμανλής μπορεί να το αρνείται) ζήτημα εκλογών. Ο δεύτερος στόχος ήταν ο δημοψηφισματικός χαρακτήρας των εκλογών. Η διαφορά είναι μεγάλη, αλλά με ένα ποσοστό στο 36,5% και με έναν στους δύο ψηφοφόρους να απέχουν δημοψήφισμα δεν ήταν. Η κυβέρνηση δέχτηκε ένα βαρύ χτύπημα, αλλά όχι ένα τελειωτικό χτύπημα.
 
Και τώρα, υπάρχει ένα μεγάλο δίλημμα για τον κ. Καραμανλή. Αφορά τη διαχείριση του νέου φαινομένου στην Ελλάδα. Με το ΛΑΟΣ στο 7,15% και συνολικά ένα 9% να πηγαίνει σε ακραίες έως εξτρεμιστικές εκδοχές της δεξιάς, ως αρχηγός της Ν.Δ. θα πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα τι είναι η συντηρητική παράταξη, ποιους χωράει, από πού αρχίζει και πού τελειώνει. Είναι ένα ερώτημα που αφορά εξίσου το κόμμα του και τη χώρα. Ο Καρατζαφέρης δεν είναι Λεπέν. Δεν είναι αρνητής του συστήματος. Θέλει μερίδιο. Και όσο επικίνδυνο είναι να του το αρνηθείς, άλλο τόσο είναι επικίνδυνο να του το δώσεις. 
 
Αυτά τα πολύ σημαντικά συμβαίνουν μέσα σε γενική απάθεια και αδιαφορία. Και ο κόσμος βλέπει «κάτι ψήνεται». Αλήθεια είναι. Όταν το κομμάτι της κοινωνίας που παράγει, ό,τι τελοσπάντων παράγεται σε αυτή τη χώρα, έχει τόσο πολύ πειστεί πως δεν αξίζει να ασχοληθεί παρά μόνο με τον ιδιωτικό του χώρο, την ιδιωτική δραστηριότητα και την ατομική τύχη, και στρέφει τα νώτα του στη δημόσια σφαίρα, τότε πράγματι κάτι ψήνεται.

Το σχόλιό σας
Για να σχολιάσετε το άρθρο πρέπει να κάνετε Login στο Capital.gr
Αξιολογήστε το άρθρο
11 ψήφοι

 Εκτύπωση
454 αναγνώστες
Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2009
12:51

Παρασκευή 5 Ιουνίου – και στην πολιτική ποτέ μη λες ποτέ.
 
Τι θα σκεπτόταν κανείς εάν πέρυσι τέτοια μέρα του έλεγαν πως την Κυριακή στις κάλπες θα έφτανε το ΠΑΣΟΚ με συσπείρωση πάνω από το 70% και η Ν.Δ. θα είχε κάτω από 55%;
 
Ποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί πέρυσι τέτοια μέρα πως το κόμμα με τη χαμηλότερη συσπείρωση και εκείνο που αντιμετωπίζει τους μεγαλύτερους κινδύνους την επόμενη μέρα των ευρωεκλογών θα ήταν ο Συνασπισμός;
 
Ποιος θα πίστευε πως ο πολιτικός αρχηγός που θα αισθανόταν σήμερα ασφαλέστερος στη θέση του θα ήταν ο Γιώργος Παπανδρέου;
 
Ποιος θα δεχόταν ως πιθανότητα ότι μια πρωθυπουργική καρέκλα θα έτριζε από το κούνημα της ευρωπαϊκής ψήφου και ότι αυτή θα ήταν η καρέκλα του Γκόρντον Μπράουν;
 
Ποιος δεν θα περνούσε για μεθυσμένο πέρυσι τέτοια μέρα όποιον τολμούσε να βάλει στοίχημα πως σε μια Ευρώπη όπου η Σοσιαλδημοκρατία ζει στις κάλπες την κρίση της, το κόμμα που θα διεκδικούσε το καλύτερο εκλογικό αποτέλεσμα και θα έδινε μια προσδοκία πως δεν τελείωσαν όλα για τους Σοσιαλιστές στην Ευρώπη θα ήταν το ΠΑΣΟΚ και το κόμμα που θα βάδιζε προς μια χωρίς προηγούμενο συντριβή, ιστορικού χαρακτήρα, θα ήταν οι Εργατικοί στη Βρετανία;
 
Η πολιτική είναι απρόβλεπτη. Και πέρυσι όσο και φέτος. Και την Παρασκευή πριν από τις εκλογές και τη Δευτέρα που τις ακολουθεί. Δύο πράγματα δεν αλλάζουν, τουλάχιστο στη δημοκρατία. Κανείς δεν γλιτώνει από την κρίση της κάλπης, από το τετ-α-τετ με τους ψηφοφόρους πίσω από το παραβάν. Και κανείς δεν μπορεί να εξαφανίσει την πολιτική, ούτε μετατρέποντάς την σε αέναη επικοινωνία, ούτε αντικαθιστώντας την με μπάνια του λαού. Όποιος ποντάρει πολιτικά στη θάλασσα, βγαίνει βρεμένος.

Αξιολογήστε το άρθρο 
11 ψήφοι
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
326 αναγνώστες
Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2009
10:43

Πέμπτη 4 Ιουνίου – και στη Νέα Δημοκρατία προσπαθούν να εξηγήσουν πώς γίνεται ένα σκάνδαλο στο οποίο είχαν στηρίξει τις προσδοκίες τους για αυτή την προεκλογική εκστρατεία, ένα σκάνδαλο που δεν εκτυλίχθηκε επί των ημερών τους αλλά επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ, ένα σκάνδαλο που είχαν ελπίσει πως θα σκέπαζε όλα τα προηγούμενα και θα θύμιζε τις χεριότερες μέρες του αντιπάλου, ωφελώντας τους εκλογικά, τώρα γίνεται χαριστική βολή λίγες μέρες πριν οι πολίτες σταθούν στα παραβάν για να ψηφίσουν.
 
Ας βοηθήσουμε, λοιπόν, μια κυβέρνηση με συμπτώματα πολιτικής αποδρομής να κατανοήσει μερικά στοιχειώδη πολιτικά δεδομένα, πριν της παράσχουν και οι πολίτες μια τέτοια βοήθεια την Κυριακή, με κάπως πιο επώδυνο τρόπο.
 
Πρώτον, η Ζήμενς δεν είναι ένα σκάνδαλο σαν όλα τα άλλα. Δεν είναι ένας Παυλίδης, δεν είναι καν ένα Βατοπέδι, με την απεχθή και ταπεινή αθλιότητα που το συνόδευε. Δεν είναι ούτε καν η γιγαντιαία αρπαχτή των ομολόγων, στημένη αριστοτεχνικά από τα γκόλντεν μπόις του χρηματιστηριακού παρακυκλώματος του Λονδίνου. Η Ζήμενς είναι το μόνο σκάνδαλο που εκτείνεται σε μεγάλο βάθος χρόνου και αφορά το σύνολο του πολιτικού συστήματος, ενδεχομένως με μικρές εξαιρέσεις, λόγω μικρής επιρροής. Είναι ένα σκάνδαλο κατανομής χρημάτων (όχι μόνον από τη Ζήμενς αλλά και από τους εγχώριους συνεταίρους της) με βάση την κατανομή πολιτικής ισχύος – σε όλους, ανισομερώς μεν, αλλά εξ αδιαιρέτου. Οι μίζες πήγαιναν, φυσικά, κατά κύριο λόγο στα δύο μεγάλα κόμματα. Το έχουν πει και ξαναπεί οι άνθρωποι των «μαύρων ταμείων», το έχει πει φόρα παρτίδα ο Ζίκατσεκ. Τους λαδώναμε όλους. Η κυβέρνηση, προφανώς, έπαιρνε τη μερίδα του λέοντος. Αλλά ούτε η τότε αντιπολίτευση ήταν αθώα του αίματος. Έτσι ήταν και έτσι το έχουν καταλάβει οι πολίτες.
 
Δεύτερον, η υπόθεση Ζήμενς έχει αφομοιωθεί εκλογικά και στο παρελθόν. Τις προμήθειες του ΟΤΕ τις έχει χρεωθεί πολιτικά το ΠΑΣΟΚ και έχει καταβάλει το τίμημα της απαξίωσης. Τι διαφορετικό σήμαινε το σύνθημα για «επανίδρυση του κράτους» και η απήχηση που είχε στην κοινωνία όταν έφερε τον κ. Καραμανλή στην εξουσία; Τι διαφορετικό σήμαινε η υπόσχεση για μάχη με τα συμφέροντα και αυτή η περίφημη «κουβέντα παραπάνω» για τον «αρχιερέα της διαπλοκής», που ειπώθηκε εκ παραδρομής, όπως μάθαμε με μια μικρή καθυστέρηση επτά ετών;
 
Αυτό που κρίνεται σήμερα δεν είναι τα ίδια τα σκάνδαλα. Είναι η ειλικρίνεια ή και η αποτελεσματικότητα των χειρισμών για να μην μείνουν τα σκάνδαλα, και εν προκειμένω η υπόθεση Ζήμενς, για πάντα στο συρτάρι. Η κοινωνία δεν απαιτεί τόσο κολασμό, ξέρει ότι όσο απωθητικό κι αν φαίνεται, οι ευθύνες των πολιτικών έχουν παραγραφεί. Απαιτεί, όμως, να μάθει την αλήθεια και να κρίνει η ίδια. Απαιτεί τεκμήριο ακεραιότητας από το πολιτικό σύστημα, αν όχι τότε στη διαχείριση του δημοσίου χρήματος, τουλάχιστον σήμερα στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος με την έννοια της αποκάλυψης της αλήθειας.
 
Και εδώ οι επιδόσεις της κυβέρνησης είναι στην χειρότερη περίπτωση ύποπτα ανεπαρκείς, στην καλύτερη εντελώς αναντίστοιχες με τις απαιτήσεις των πολιτών. Με αποτέλεσμα ο χειρισμός στη Ζήμενς όχι απλώς να μην καλύπτει, αλλά αντιθέτως να αναδεικνύει, να υπενθυμίζει και να μεγεθύνει τους σκελετούς στο ντουλάπι της πενταετίας – από τον Πανάγο και τους κουμπάρους μέχρι τον Παπαμαρκάκη και τις ανίδεες διοικήσεις των ομολόγων, μέχρι το Βουλγαράκη και τους Πακιστανούς, το Μαγγίνα και τους Ινδούς, ξανά το Βουλγαράκη και τους Βατοπεδινούς και τα άλλα, τα μικρότερα, τα άγνωστα σε όλους αλλά γνωστά σε μερικούς, διαφορετικά για τον καθένα, στη μικροκλίμακα της οικονομικής ζωής, που καθένα είναι και ψήφοι. Ψήφοι που θα μετρηθούν απούσες την Κυριακή το απόγευμα.

Αξιολογήστε το άρθρο 
9 ψήφοι
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
357 αναγνώστες
Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2009
10:29

 

Τετάρτη 3 Ιουνίου – και όταν οι Εβραίοι απάντησαν σε ένα από τα μεγάλα ιστορικά διλήμματα, το «Ιησούν ή Βαραβάν», συνόδευσαν την επιλογή της σταύρωσης του αθώου με το σύνθημα «το αίμα αυτού επί τας κεφαλάς ημών και των τέκνων ημών».
 
Από τότε έχουν περάσει αρκετά χρόνια ώστε να διεκδικούμε μια νέα φάση πολιτισμού, όπου τα εγκλήματα δεν επιπίπτουν στην κεφαλή άλλου πλην του αυτουργού, όπου η συγγενική σχέση δεν στοιχειοθετεί οικογενειακή ευθύνη. Και όπου η δικαστική ομηρεία δεν μπορεί να είναι τρόπος διεκδίκησης της απονομής δικαιοσύνης, πολύ περισσότερο δεν μπορεί να είναι τρόπος συγκάλυψης ευθυνών άλλων υπηρεσιών, που φέρουν το βάρος της αποτυχίας των δικών τους μηχανισμών, από το υπουργείο Εξωτερικών μέχρι το υπουργείο Δικαιοσύνης και μέχρι, τέλος, την ίδια τη δικαστική εξουσία, που κάνει τώρα σε βάρος της οικογένειας Καραβέλα ό,τι δεν έκανε εγκαίρως κατά του ίδιου του Καραβέλα ή του Χριστοφοράκου, ώστε να αποτρέψει την απόδρασή τους στο Μόναχο.
 
Παρόλα αυτά, παρότι πρόκειται προφανώς για μια ακραία εκδοχή νομιμότητας (γιατί, θυμίζω, η νομιμότητα των ενεργειών του ανακριτή δεν αμφισβητείται) ας μην είμαστε έτοιμοι να τους αθωώσουμε όλους προκαταβολικά. Η σύζυγος δεν αποστερείται οιασδήποτε ευθύνης έναντι του εαυτού της και των παιδιών της όταν γνωρίζει ότι συμπράττει σε παράνομες ενέργειες, σε οικειοποίηση εξαιρετικά μεγάλων ποσών που προέρχονται από κατάχρηση ή άλλη, εξώφθαλμα εγκληματική, δραστηριότητα. Τα παιδιά είναι φανερό πως δεν έχουν πρωτογενή ευθύνη. Για το νόμο, όμως, κάποια στιγμή έρχεται, σταδιακά, η ώρα της ανάληψης των ευθυνών. Και η ώρα αυτή είναι η ενηλικίωση. Φυσικά θα πρέπει να κριθούν με επιείκεια, ενδεχομένως να απαλλαγούν εντελώς. Αλλά ο βασικός υπεύθυνος για την ταλαιπωρία που υφίστανται δεν είναι ο κ. Ζαγοριανός – αρκεί να σκεφθεί κανείς τι ακριβώς θα είχαμε να καταλογίσουμε στον ανακριτή εάν σήμερα όλη η οικογένεια Καραβέλα μαθαίναμε ότι βρισκόταν στην πτήση προς Μοντεβιδέο.
 
Γιατί αυτή η κίνηση διατηρεί τον προκλητικό χαρακτήρα της; Τι είναι αυτό που την κάνει να φαίνεται τόσο παράταιρη, ακούστηκε η λέξη «εκδικητική», σχεδόν πολιτική; Είναι η πασιφανής διαφορά ανάμεσα στο χειρισμό διαφορετικών προσώπων σε παρόμοιες ή ακόμη και στην ίδια υπόθεση, ανάλογα με το βαθμό επιρροής που μπορούν να ασκήσουν.
 
Μου υπενθυμίστηκαν οι αναλογίες με την υπόθεση Ζαχόπουλου. Σε εκείνη τη μεγάλη ιστορία, που δεν θυμάται κανείς, πρωταγωνιστούσαν ένας πολιτικός, που αξιοποιούσε τη δημόσια θέση για να εκμεταλλεύεται με τον πιο στυγνό προσωπικό τρόπο μια νέα, εργασιακά ανασφαλή, έστω αδίστακτα φιλόδοξη γυναίκα. Ένας δικηγόρος που περιφερόταν στα κανάλια μαζί της και, το λιγότερο, την ανεχόταν να ζητάει χρήματα εκβιάζοντας τον παλιό εραστή της. Ένας δημοσιογράφος, που κυκλοφορούσε με σακούλες γεμάτες εκατομμύρια ευρώ, αγνώστου προελεύσεως, πιθανόν μάλιστα προερχόμενα από ισχυρό εφοπλιστή. Και από όλον αυτό τον ωραίο κόσμο, το άθλιο κεντρικό πρόσωπο, τον εκδότη, τον εφοπλιστή, το δικηγόρο, προφυλακίστηκαν μόνον ο δικηγόρος και η ερωμένη. Εκείνος επέστρεψε έκτοτε (και δεν πέρασε δα και ένας αιώνας) στην επιτυχημένη εργασία του. Και εκείνη πληρώνει το μάρμαρο. Το συμπέρασμα της κοινής γνώμης είναι πως το θέμα δεν αφορά την ενοχή ή την αθωότητα, δεν αφορά τη συμμετοχή ή μη στην εγκληματική δραστηριότητα. Η νομική μεταχείριση και η δικαστική τύχη ενός ανθρώπου που εμπλέκεται σε μια υπόθεση έχει κυρίως σχέση με την ισχύ του. Το θέμα είναι να μην είσαι ο εύκολος στόχος.
 
Γι’ αυτό προκάλεσε τέτοιο σοκ η προφυλάκιση των μελών της οικογένειας Καραβέλα. Γιατί, και πάλι, τις χειροπέδες δεν φοράει ο μεγάλος νονός, αλλά ο αδύναμος κρίκος.

 

Αξιολογήστε το άρθρο 
6 ψήφοι
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
424 αναγνώστες
1 σχόλιο
 Όλα τα σχόλια για το άρθρο
Τρίτη, 2 Ιουνίου 2009
10:17

Τρίτη 2 Ιουνίου – και είναι σκληρό, αλλά είναι αναγκαίο.
 
Η σύλληψη της κόρης του κ. Καραβέλα, λίγες μέρες αφότου διοχέτευσε το χρήμα προς την Ουρουγουάη και έγινε καπνός για να κρυφτεί, αυτός ο μαύρος ταμίας, όπως λέγεται, στο Μόναχο έχει προκαλέσει σήμερα ένα μικρό σοκ. Γιατί; Επειδή είναι εντελώς ασυνήθιστο, νομίζω χωρίς προηγούμενο, σε αυτή τη χώρα που έχει σφραγιστεί από σκάνδαλα επί σκανδάλων, από μίζες πάνω στις μίζες, από λαδώματα επί λαδωμάτων, να γίνεται κάτι περισσότερο, κάτι ουσιαστικότερο από τις τυπικές ενέργειες που επιβάλλει ο νόμος. Ο νόμος κινείται, κατά πάγιο και απαρέγκλιτο κανόνα, για να μην μπορεί κανείς να πει πως δεν κινήθηκε, κι όχι για να βρει κάτι.
 
Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι Άγγλοι λένε κάτι απλό. Follow the money. Ακολούθησε το χρήμα. Το χρήμα είναι το νήμα. Αυτό θα σε βγάλει στην άκρη, αφού όλα για αυτό γίνονται. Σε αντίθεση με τους ταπεινούς συναδέλφους τους των δρόμων, τους ληστές και τους διαρρήκτες, οι εγκληματίες του λευκού κολλάρου, οι κακοποιοί με τα κουστούμια και τις γραβάτες δεν πετάνε ποτέ το σακκί με τα λεφτά για να σωθούν. Είναι ταυτισμένοι μαζί του, χωρίς αυτό δεν υπάρχουν. Κάνουν τα πάντα για να γλιτώσουν, εκτός από το να χάσουν τον πλούτο που παράνομα εξασφάλισαν.
 
Ο κ. Χριστοφοράκος, πριν εγκαταλείψει τις βόλτες στην Πανεπιστημίου για την ησυχία της Maximilanstrasse του Μονάχου, μεταβίβασε την περιουσία του στα παιδιά του. Ο κ. Καραβέλας, με βίλες στην Αντίπαρο, βίλες στην Αράχωβα, τώρα βίλες και στην Πούντα ντελ Έστε, εκτός του ότι έστειλε το μεγάλο έμβασμα στο Μοντεβιδέο, είχε γράψει και το κατιτίς τους στα κορίτσια για να έχουν.
 
Το έκανε –δεν το λέω ειρωνικά- με αγνή πατρική φροντίδα και εγκλημάτησε εις βάρος τους. Αποφεύγοντας να βρεθεί υπόλογος έναντι της δικαιοσύνης, βρίσκεται σήμερα υπόλογος έναντι των παιδιών και της οικογένειάς του την οποία υποβάλει σε μια τρομερή περιπέτεια, για την οποία πιθανότατα ούτε γνώριζε τίποτα η κόρη του που συνελήφθη τη νύχτα, ούτε έχει πραγματική ευθύνη, πέραν της αντικειμενικής που προκύπτει από την υπογραφή της (και είναι ενήλικος πολίτης) σε ένα συμβόλαιο.
 
Η υπόθεση έχει προκαλέσει αίσθηση και κατάπληξη σήμερα γιατί κινείται πέραν των δεδομένων. Για την ευρύτατη διάχυση της διαφθοράς στην ελληνική κοινωνία δεν φταίει μόνον το αίσθημα της ατιμωρησίας. Φταίει εξίσου και η εντύπωση πως σε κάθε περίπτωση, ό,τι συμβεί δεν έχει καμμία ηθική επίπτωση πέρα από τον άμεσο αυτουργό.
 
Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι μπορεί να τεθεί θέμα οικογενειακής ευθύνης – κάθε άλλο. Αλλά η κατάργηση της ηθικής απαξίας συντέλεσε τα μέγιστα στο να καταστεί η διαφθορά πάγιο στοιχείο κοινωνικής συμπεριφοράς. Η παροχή οικονομικής άνεσης αναδείκνυε τέτοιες συμπεριφορές σε νόρμα, καθώς απουσίαζε το κοινωνικό στίγμα. Είναι σκληρό, αλλά είναι αλήθεια. Όταν κάποιος αποφασίζει πως το οικονομικό όφελος ξεπερνά κάθε άλλο κριτήριο, πρέπει να ξέρει πως δεν διακυβεύει μόνον μια μικρή ταλαιπωρία για τον ίδιο, ίσως κι ένα αμελητέο κολασμό. Πρέπει να ξέρει ότι διακυβεύει το όνομα όχι μόνο του ίδιου αλλά και των προσώπων που τον περιστοιχίζουν – και να το λάβει υπόψη του. Και το όνομα δεν μπορεί αποστερηθεί οποιασδήποτε κοινωνικής αξίας.
 
Το κορίτσι δεν φταίει σε τίποτα. Αλλά το άχθος που σηκώνει σήμερα του το φόρτωσε ο πατέρας του. Εκείνον έχει να κοιτάξει στα μάτια, σε εκείνην έχει πάνω από όλους να απολογηθεί. Δεν μπορεί, όμως, να εξαφανιστεί και εντελώς η έννοια της τιμής μπροστά στο χρήμα.

Αξιολογήστε το άρθρο 
5 ψήφοι
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
«Πρώτη<123456789>Τελευταία»

Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις