Ο Σφυγμός της Ημέρας
Φοίβος Καρζής


708 αναγνώστες
Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009
10:19

 

Δευτέρα 15 Ιουνίου -  και ο Λεωνίδας Κύρκος λέει πως ο Σύριζα μας άφησε χρόνους. Ο Αλέξης Τσίπρας λέει πως ο Σύριζα είναι ολοζώντανος και χαίρει άκρας υγείας, γιατί τον γέννησε (άσχετα αν δεν τον ψήφισε) η κοινωνία. Το πρόβλημα βέβαια είναι αλλού. Το θέμα δεν είναι εάν ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ζωτική ικμάδα ή τον εγέρασαν προώρως, που έλεγε κι ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Το θέμα είναι εάν έχει νόημα η ύπαρξη του ΣΥΡΙΖΑ, πέρα και άσχετα από τα ποσοστά, πέρα και άσχετα από τις εκλογικές επιδόσεις.
 
Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε ένα τριπλό αδιέξοδο.
 
Πρώτον, ιδεολογικό. Για ποιόν ακριβώς λόγο δεν αρκεί ο Συνασπισμός και χρειάζονται οι διάφορες «συνιστώσες»; Τι είναι και τι εκπροσωπούν αυτές οι συνιστώσες; Ποιους φέρνουν στο χώρο, πριν αρχίσει κανείς να συζητάει ποιους διώχνουν; Θυμίζω μερικές «συνιστώσες». Είναι η ΑΚΟΑ, η Ανανεωτική Κομμουνιστική Οικολογική Αριστερά. Η ΚΟΕ, η Κομμουνιστική Οργάνωση Ελλάδας, μαοϊκών αποχρώσεων για όσους αρνούνται να πιστέψουν ότι υπάρχουν ακόμη σε αυτό τον πλανήτη μαοϊκοί. Η ΔΕΑ, η Διεθνιστική Εργατική Αριστερά, που όσο κι αν αμφισβητείτε ότι αυτό μπορεί να συμβεί τεχνικά, πράγματι υπέστη διπλή διάσπαση πριν από μερικά χρόνια, αλλά όλα τα υποπροϊόντα της (από όσο ξέρω και γι’αυτό δεν παίρνω όρκο) συστεγάζονται στο ΣΥΡΙΖΑ. Το συμπέρασμα, πέρα από το γεγονός ότι στην πολιτική και οι αριθμοί από ένα σημείο και κάτω έχουν κάποια σημασία, είναι ότι όλες αυτές οι συνιστώσες εκφράζουν διάφορες εκδοχές της κομμουνιστικής ιδεολογίας. Μόνο που ο χώρος του κομμουνισμού, χωρίς να μπαίνουμε στη συζήτηση εάν έχει ή όχι νόημα είκοσι χρόνια μετά την κατάρρευση του υπαρκτού, εκφράζεται εξαντλητικά (άλλος θα έλεγε καθ’ υπερβολήν) από το Κομμουνιστικό Κόμμα. Τι έχει να κερδίσει ένας φορέας της Αριστεράς ψάχνοντας τα εκλογικά αποφάγια ενός πόλου που στην Ελλάδα, και για ιστορικούς λόγους, είναι πολύ ισχυρότερος από οπουδήποτε αλλού; Τι ακριβώς μπορεί να είναι Κομμουνιστικό ως πολιτικός φορέας και να μην χωράει στο ΚΚΕ; Κι αν υποθέσουμε ότι υπάρχει, σε τι ακριβώς εμπλουτίζει τον προβληματισμό ενός μη κομμουνιστικού φορέα της Αριστεράς; Εκτός εάν ο κ. Τσίπρας και το Αριστερό Ρεύμα δεν έχουν συμβιβαστεί με την ιδέα ότι ο Συνασπισμός δεν είναι κομμουνιστικό, αλλά αριστερό κόμμα. Οπότε τα πράγματα δεν είναι άσχημα – είναι πολύ χειρότερα…
 
Δεύτερον, ένα πολιτικό αδιέξοδο. Το ΚΚΕ εσωτερικού, από το οποίο προέρχεται η ουσία, αν όχι η πλειοψηφία, του σημερινού Συνασπισμού δεν υπήρξε ποτέ πλειοψηφικό ρεύμα. Ήταν, όμως, σταθερά και για χρόνια, ακόμη κι όταν πάλευε για την κοινοβουλευτική του εκπροσώπηση, ακόμη και στα όρια της επιβίωσης, ένα εργαστήρι ιδεών. Από εκεί ξεκίνησε η ιδέα μιας φιλοευρωπαϊκής Αριστεράς, μιας Αριστεράς της συμμετοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Από εκεί ξεκίνησε η ιδέα της ελληνοτουρκικής προσέγγισης, για να αναφέρω μόνο δύο κεντρικές εισφορές του στη σημερινή Ελλάδα. Ο Συνασπισμός μπορεί να υπάρχει και χωρίς πολλές ψήφους. Δεν μπορεί όμως να υπάρχει χωρίς ιδέες. Γι’αυτό και ήταν τόσο κρίσιμη η ταύτισή του με τους αρνητές της ανανέωσης στον πανεπιστημιακό χώρο, η μετατροπή του σε συνδικαλιστική οπισθοφυλακή εκεί ακριβώς που άλλοτε βρισκόταν η αιχμή της κοινωνικής δυναμικής του.
 
Και, τρίτον, ένα εκλογικό αδιέξοδο που συνδέεται με το ζήτημα των συνεργασιών. Ο Συνασπισμός, χωρίς κανείς να αμφισβητεί την αυτοτέλειά του, πρέπει να αποφασίσει εάν βλέπει το εαυτό του ως τμήμα μιας Αριστεράς της σταθερής αντιπολίτευσης, μιας αντικυβερνητικής Αριστεράς, ενός μετώπου απέναντι στη διαχείριση της κρίσης, ή ως μέρος ενός δυνητικού μπλοκ εξουσίας, εναλλακτικού ίσως, με διαφορετική προσέγγιση, αλλά πάντως με στόχο την συμμετοχή, την επιρροή, την άσκηση κυβερνητικής εξουσίας.
 
Πολλά διλήμματα για ένα μικρό κόμμα.

 

Το σχόλιό σας
Για να σχολιάσετε το άρθρο πρέπει να κάνετε Login στο Capital.gr
Αξιολογήστε το άρθρο
5 ψήφοι

 Εκτύπωση
577 αναγνώστες
21 σχόλια
 Όλα τα σχόλια για το άρθρο
Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2009
13:18

Παρασκευή 12 Ιουνίου – και πολλοί άνθρωποι είχαν την εμπειρία. Επιστρέφοντας από τις διακοπές τους βρήκαν να έχει γίνει διάρρηξη στο σπίτι τους. Εσύ κολυμπάς κι ο διαρρήκτης αλωνίζει. Διαλέγει ό,τι θέλει, ανοίγει το ψυγείο, τρώει στην κουζίνα, αφήνει και τα αποφάγια στο τραπέζι. Έτσι είναι οι καλοκαιρινοί ποντικοί των διαμερισμάτων στις πολυκατοικίες.
 
Έτσι είναι και οι ποντικοί της κάλπης. Πήγαν οι πολλοί παραλία και επέστρεψαν μόνο για να βρουν κάποιον που τον είχαν αφήσει γραφικό περιθωριακό να έχει στρογγυλοκαθήσει στο κέντρο της πολιτικής σκηνής. Είπαν να κάνουν ένα μπάνιο και τους προέκυψε φάντης μπαστούνι ο κ. Καρατζαφέρης. Να αξιοποιεί την απουσία τους, να οικειοποιείται την οργή τους, να εκμεταλλεύεται το σήμα κινδύνου για την απαξίωση του συστήματος, να ιδιοποιείται την αγωνία των πολιτών. Να επιβάλλει δια της απουσίας των ψήφων των άλλων τη δική του ατζέντα. Μετά την απομάκρυνση εκ της κάλπης ουδέν λάθος αναγνωρίζεται.
 
Δεν υπάρχει τρόπος να αποδειχθεί και η δειγματοληπτική έρευνα δημοσκοπικού τύπου δεν προσφέρεται τέτοιες μέρες αμφισβήτησης. Αλλά όσοι ασχολούνται συστηματικά με τα πολιτικά δεν έχουν την παραμικρή αμφιβολία ότι τα ποσοστά συμπάθειας του καρατζαφεροκόμματος μεταξύ εκείνων που απείχαν –είτε από αδιαφορία, είτε για διαμαρτυρία- δεν έχουν σχέση με το ποσοστό που εξασφάλισε στην κάλπη. Αν η συμμετοχή ήταν της τάξης των εθνικών εκλογών, οι εθνοπερίεργοι του ισογείου θα κέρδιζαν κάτι παραπάνω από όσο συνήθως, αλλά θα ήταν στα γράδα τους, εκεί γύρω στο 5%.
 
Όμως η αποχή προσφέρεται για συζήτηση. Κυριάρχησε στις αναλύσεις. Αλλά πολιτικά γεγονότα δεν παράγει. Την πολιτική την παράγει η ψήφος. Ή η απουσία της. Σε κάθε περίπτωση, θετικά αποφασίζουν για το πού θα γείρει η πλάστιγγα των αποφάσεων εκείνοι που πηγαίνουν έως τις κάλπες. Γι’ αυτό και η αντισυστημική απαρέσκεια που εκφράστηκε με την επιπόλαιη επιλογή μιας ακροδεξιάς διαμαρτυρίας παράγει τώρα πολιτικά αποτελέσματα. Ο Καρατζαφέρης μήλον της έριδος και ρυθμιστής, η πιο βαθιά λαϊκή δεξιά ανεβαίνει στον αφρό, είτε ως διεκδικήσιμη από το ΛΑΟΣ είτε ως πολύτιμο κτήμα για την αντιμετώπισή του, ο κ. Σαμαράς αναβαθμίζεται ως παλιός αρχηγός ενός επίσης ξενόφοβου, ημιρατσιστικού και κρυπτο-ακροδεξιού κόμματος που επέστρεψε στην κοιτίδα του. Το εκλογικό σώμα στην Ευρώπη και την Ελλάδα, όσο δηλαδή πήγε να ψηφίσει, έκανε στροφή προς τα δεξιά. Η κυβέρνηση και η Νέα Δημοκρατία στη χώρα μας δεν στρέφονται δεξιά. Γλιστρούν προς τα ακροδεξιά.
 
Αντίθετα, η πολύ μαζικότερη διαμαρτυρία της αποχής το μόνο που κέρδισε είναι χρόνο. Χρόνο έως τις εθνικές κάλπες για να σκεφτεί πως είτε πας είτε δεν πας, είτε ρίξεις την ψήφο σου, είτε δεν τη ρίξεις κάτι συμβαίνει. Η αποχή είναι απόχη. Αποχή πρακτικά δεν υπάρχει.

Αξιολογήστε το άρθρο 
14 ψήφοι
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
427 αναγνώστες
8 σχόλια
 Όλα τα σχόλια για το άρθρο
Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009
10:13

 

Πέμπτη 11 Ιουνίου – και μωραίνει Κύριος ον βούλεται απελάσαι.
 
Στην επιχείρηση δίνεται σήμερα όνομα σήριαλ: «νόμος και τάξη». Λάθος! Το σωστό κωδικό όνομα θα έπρεπε να είναι «επιχείρηση Πολύφημος».
 
Διότι περί αυτού πρόκειται. Κάθε σκληρή μεταναστευτική πολιτική είναι μονόφθαλμη. Κοιτάζει τις ανάγκες της κοινωνίας υποδοχής και όχι τις ανάγκες του δυστυχισμένου ανθρώπου που γεννήθηκε σε λάθος τόπο και ψάχνει στον ήλιο μοίρα. Είναι σκληρό, αλλά είναι αληθινό – και είναι μέσα στη λογική και το πλαίσιο του κόσμου όπου ζούμε. Αλλά αυτό που συμβαίνει δεν είναι μονόφθαλμο. Είναι εντελώς τυφλό. Το τύφλωσε το εκλογικό αποτέλεσμα, που έγινε κάρφος στον οφθαλμό της κυβέρνησης. Και έτσι, Πολύφημος. Ένας πανίσχυρος, γιατί το κράτος παραμένει πανίσχυρο, τυφλός. Απλώνει το χέρι του και αρπάζει. Σήμερα 55 Πακιστανοί, που τους κάναμε νύχτα φορτωτική σε ένα αεροπλάνο και τους ξαποστείλαμε για να έχουμε να λέμε. Γιατί αυτοί; Γιατί τόσοι; Γιατί χθες; Γιατί η συγκεκριμένη εθνικότητα; Τι άλλο εκτός από ένα μάτσο λαθραίους σε ένα τσάρτερ; Η απάντηση είναι μία. Επειδή Καρατζαφέρης.
 
Γιατί κανείς προφανώς, όσο ανόητος, όσο φανατικός, όσο πιεσμένος κι αν είναι, δεν πιστεύει πως μια νυχτερινή απέλαση των 55 πρώτων που βρέθηκαν πρόχειροι έχει κάποιο νόημα πέρα από αυτό που αντιλαμβάνεται η κυβέρνηση ως δυνατότητα επικοινωνιακής αντεπίθεσης μετά το εκλογικό ναυάγιο. Μια εφημερίδα, νομίζω η Αυγή, είχε χτες τίτλο «ο Καραμανλής ντύνεται Σαρκοζί». Είναι σαν μια τυπική Ελληνίδα πενηντάρα να εμφανιστεί στο Ντιορ και να προβάρει μια κόπια του φορέματος που έχει παραγγείλει η Κάρλα Μπρούνι.
 
Πρώτα από όλα, μια μεγάλη, και στη δημοκρατία γιγαντιαία, διαφορά. Ο Σαρκοζί είχε αυτή την πολιτική προεκλογικά. Το είπε – και αφού τον ψήφισαν το έκανε. Εδώ η λογική είναι «κάνε κάτι», «κάνε ό,τι να’ναι», επειδή δεν τον ψήφισαν. Στα προάστια του Παρισιού πήγε ο ίδιος. Μίλησε με τους μετανάστες και τα παιδιά τους, που είχαν βγει στους δρόμους. Τους υποσχέθηκε δουλειές. Τους υποσχέθηκε επενδύσεις στις υποβαθμισμένες περιοχές. Και τους απείλησε για τις ταραχές. Αυτό είναι «νόμος και τάξη». Μπορεί κανείς να συμφωνεί, μπορεί κανείς να διαφωνεί, αλλά είναι μια πολιτική επιλογή. Κι ακόμη είναι νωρίς για να κρίνει κανείς εάν η υιοθέτηση τέτοιων προτεραιοτήτων και τέτοιων πρακτικών απλώς στερεί την ακροδεξιά από την ατζέντα της, όπως όντως συνέβη με το ξεφούσκωμα του Λεπέν στις κάλπες, ή εάν μετατρέπει τα συντηρητικά κόμματα σε κρυπτο-ακροδεξιά κόμματα, αν δηλαδή η ακροδεξιά χάνει στην κάλπη και κερδίζει στην πολιτική.
 
Εδώ δεν χρειάζεται να έχουμε τέτοιες ανησυχίες. Δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο. Αυτό που αναζητείται είναι ένα επιχείρημα για να έχει το μεσημέρι ο κ. Αντώναρος και το βράδυ οι υπουργοβουλευτές στα πάνελ της τηλεόρασης. Να μην κάνουν πάρτυ οι Πλεύρηδες, οι Βορίδηδες και οι Βελόπουλοι. Αλλά χωρίς πολιτική και με την αγωνία του ΛΑΟΣ, με σύμβουλο τον πανικό μπροστά στην εκλογική αποσάθρωση και την πολιτική πλαγιοκόπηση, αυτό που παρακολουθούμε δεν είναι η συγκρότηση μεταναστευτικής πολιτικής. Είναι η καρατζαφεροποίηση του Καραμανλή.

 

Αξιολογήστε το άρθρο 
18 ψήφοι
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
377 αναγνώστες
Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009
10:11

Τετάρτη 10 Ιουνίου – και κάποιος πρέπει να του το πει. Αφού δεν υπάρχει καμμία απολύτως ένδειξη ότι το έκανε κάποιος άλλος, ας αναλάβουμε την πρωτοβουλία. Ας απευθυνθούμε στον πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή και ας τον ενημερώσουμε. Λοιπόν: πρόεδρε, την περασμένη Κυριακή έγιναν εκλογές. Είναι μια κοινωνική προσφορά του Σφυγμού της Μέρας.
 
Γιατί αν κρίνει κάποιος από τα όσα είπε χθες – κι όχι την περασμένη εβδομάδα, ή τον περασμένο μήνα, ή πέρσι τέτοια μέρα πριν από τα Βατοπέδια, τους Παυλίδηδες και τα ρέστα, από τα όσα είπε χθες- στο υπουργικό συμβούλιο, είναι φανερό πως κανείς δεν πήγε στον κ. Καραμανλή να του πει πως έγιναν εκλογές και τον μαύρισαν. Δεν είναι σολάριουμ, δεν είναι ηλιοθεραπεία, δεν είναι το βαθύ μαύρισμα της Κόπερτον: είναι φούμο της κάλπης.
 
Αλλά για την κυβέρνηση πέρα βρέχει. Για τον Πρωθυπουργό όλα βαίνουν καλώς. Έπρεπε να γίνουν και έγιναν. Ήταν μια ευρωπαϊκή υποχρέωση. Και τώρα, καλές διακοπές…
 
Συγκάλεσε το υπουργικό συμβούλιο. Και τους είπε ότι «είναι ανευθυνότητα της αξιωματικής αντιπολίτευσης το αίτημα για εκλογές γιατί η απόφασή της να δώσει δημοψηφισματικό χαρακτήρα αποδοκιμάστηκε από τους μισούς πολίτες». Εδώ κανονικά οι υπουργοί βγάζουν τις πλαστικές σημαίες και τις κόρνες και αρχίζουν οι πανηγυρισμοί. Αλλά οι εκλογές έχουν τελειώσει και η χώρα χρειάζεται κυβέρνηση και όχι αντιπολίτευση της αντιπολίτευσης.
 
Τους είπε επίσης ότι υπήρξαν «συμπεριφορές, πράξεις ή παραλείψεις που πίκραναν» - κι αυτό έγινε σημαία ως δείγμα γενναίας αυτοκριτικής. Είναι ακριβώς αυτό που έχει πει, ξαναπεί, και ξαναπεί – τόσο προβλέψιμο σε βαθμό να μην προσφέρεται στο στοίχημα για την επόμενη ομιλία του. Τους το είπε στο Βατοπέδι, τους το είπε με τον Παυλίδη, τους το είχε πει με τους Ινδούς, τους Πακιστανούς, τα αυθαίρετα του Μαγγίνα, τα φουσκωτά του Βουλγαράκη, σε κάθε ευκαιρία η αποστροφή ήταν σχεδόν πανομοιότυπη. Αν αυτή είναι η σκληρή αυτοκριτική, πώς θα ήταν η επιφανειακή υπεκφυγή; Αν η αντιμετώπιση δεν αλλάζει με τέσσερις μονάδες στην κάλπη, άραγε τι θα χρειαζόταν για να αλλάξει;
 
Πώς, λοιπόν, ο κ. Καραμανλής, άνθρωπος ομολογουμένως ευαίσθητος στις τάσεις της κοινωνίας, δείχνει τέτοια αδιαφορία για την έκφραση τόσο βαθιάς δυσαρέσκειας από τους πολίτες; Η απάντηση βρίσκεται σε μια φράση του Βαγγέλη Μεϊμαράκη, που ρωτήθηκε για την πιθανότητα διαδοχής. «Άμα έκανε να φύγει», είπε ο Βαγγέλης, «θα τρέχαμε να του πούμε: «μεγάλε, γύρνα»». Έτσι αισθάνεται ο κ. Καραμανλής. Πανίσχυρος μπροστά στο φάσμα της απουσίας του. Αναγκαίος για το φόβο του κενού. Αναντικατάστατος παίκτης στη δική του παρτίδα, για τη δική του ομάδα, για τους δικούς του συμπαίκτες. Όλο και πιο απαραίτητος, σε όλο και λιγότερους.

Αξιολογήστε το άρθρο 
9 ψήφοι
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
355 αναγνώστες
Τρίτη, 9 Ιουνίου 2009
10:37

 

Τρίτη 9 Ιουνίου – και ποιον αφορούν εντέλει οι εκλογές;
 
Θεωρητικά όλους, ιδιαίτερα σε αυτή την πόλη όπου υπερηφανευόταν κάποτε πως μόνη εκείνη όσους δεν μετείχαν στα κοινά δεν τους θεωρούσε φιλήσυχους αλλά αχρείους. Πρακτικά, όμως, πόσοι αισθάνονται πράγματι ότι η ψήφος τους έχει νόημα, για τους ίδιους και για τους άλλους; Και ποιοι έχουν στους ώμους τους το βάρος για το πώς με τέτοιους ρυθμούς συρρικνώνεται ο αριθμός τους, δηλαδή φυλορροεί η κοινωνική βάση και η νομιμοποίηση της δημοκρατίας; Ποιόν αφορούν, λοιπόν, οι εκλογές; Έχουν απομείνει σταθερές στη σχέση τους με την κάλπη τρεις κατηγορίες ανθρώπων, πολύ διαφορετικές μεταξύ τους.
 
Πρώτον, υπάρχει πάντοτε ένας αριθμός πολιτών χαμηλής μορφωτικής επίδοσης, χαμηλής κοινωνικής επιρροής και ως επί το πλείστον από τους οικονομικά ασθενέστερους που αντιμετωπίζει την εμπλοκή του στην πολιτική και την εκλογική διαδικασία με όρους σταθερής ένταξης, με όρους νίκης ή ήττας, με όρους σχεδόν οπαδικούς. Είναι ένα στρώμα-κατάλοιπο του παρελθόντος, όχι πολύ μακρινού παρελθόντος, που δεν ανατροφοδοτείται από τις νεώτερες γενιές, δεν είναι βιώσιμο στο χρόνο, είναι ένα πολιτικό απολίθωμα που εξακολουθεί όμως να είναι ένα σκληρό τμήμα της εκλογικής βάσης των κομμάτων, κυρίως των ισχυρότερων κομμάτων, και να υπαγορεύει ένα μέρος της δραστηριότητάς τους.
 
Ένα δεύτερο σώμα συγκροτεί μια κοινωνική ελίτ υψηλής εκπαίδευσης, υψηλών εισοδημάτων, σε συντριπτικά ποσοστά αστική, που αισθάνεται σχετικά ασφαλής για το μέλλον της, ακόμη και μέσα στην κρίση, και έχει ανησυχίες για το πολιτικό σύστημα, την πορεία της χώρας, τη θέση της στον κόσμο, τις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Η διεύρυνση αυτού του στρώματος με την εκπαιδευτική επανάσταση που συντελέστηκε στην Ελλάδα στις δεκαετίες του 60 και του 70 καθόρισε και το άλμα προς τη σημερινή κατάσταση, όσο κι αν μυκτηρίζουμε, που είναι κατάσταση δημοκρατίας και ευημερίας. Το στρώμα αυτό, πείτε το ελίτ, πείτε το πρωτοπορία, αφενός όλο και μικραίνει, όλο και συμπιέζεται, μέσα σε συνθήκες πολιτικής και οικονομικής κρίσης, αφετέρου όλο και μεγαλώνει η απόστασή του από την υπόλοιπη πλειοψηφική κοινωνία, που έχει εντελώς διαφορετικές και, τώρα πια, απολύτως ιδιωτικές (και όχι δημόσιες) ανησυχίες.
 
Και, τέλος, υπάρχει μια τρίτη κατηγορία που διατηρεί το ενδιαφέρον της για την πολιτική και τις εκλογές. Είναι μερικές δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι με τις οικογένειές τους που προσβλέπουν στις θέσεις του δημόσιου τομέα οι οποίες εξαρτώνται από το κόμμα που βρίσκεται στην εξουσία ή έχουν σχέση επαγγελματική, έστω ημι-επαγγελματική, πάντως σχέση βιοποριστική, με τα κόμματα.
 
Αυτοί είναι όλοι. Οι υπόλοιποι περιμένουν το δελτίο καιρού και συναρτούν με αυτό τη συμμετοχή τους ή μη σε μια δραστηριότητα, την ψήφο, που (καλώς ή κακώς) λίγο πιστεύουν ότι θα επηρεάσει είτε τη δική τους ζωή είτε τις εξελίξεις που την αγγίζουν. Η κρίση του συστήματος είναι η αύξηση του αριθμού τους. Και ο Ομπάμα έδειξε με τον πιο καίριο και πειστικό τρόπο ότι η ανακαίνισή του, ή τουλάχιστον η ελπίδα για ανακαίνισή του, δεν μπορεί να έρθει από πουθενά αλλού πέρα από την επανεμπλοκή αυτών, των έγκλειστων της ξαπλώστρας, των ενοίκων της παραλίας.

 

Αξιολογήστε το άρθρο 
8 ψήφοι
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
«Πρώτη<123456789>Τελευταία»

Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις